Όπως Πάντα

Της Σοφίας Μπαχαράκη

Η Μαρία άνοιξε τα μάτια της στο καινούργιο πρωινό και αισθάνθηκε, όπως πάντα, ευτυχισμένη. Η ευφορία της δεν κράτησε πολύ. Αντικαταστήθηκε αμέσως από το γνωστό συναίσθημα γκρίνιας, δυσφορίας και ματαίωσης. Το μόνο που την ανακούφισε ήταν ότι σήμερα ο Θανάσης θα συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο. «Αυτό όμως σημαίνει ότι αύριο θα είναι πάλι η δική μου σειρά» σκέφτηκε, και το ζοφερό πλάκωμα ξαναγύρισε στη κοιλιά της. Περίμενε λίγο το συναίσθημα να κατακαθίσει και όταν πια αισθάνθηκε ότι επήλθε ισορροπία, σηκώθηκε να αντιμετωπίσει την ημέρα.

Έπρεπε να αποφασίσει στα γρήγορα σε ποια διαδρομή θα έστελνε την Αλεξάνδρα μετά το σχολείο. Έπρεπε να λάβει υπόψη της κάποιες συνισταμένες: η κόρη της απέκρουσε χθες βράδυ τον μπαμπά της. Προτίμησε να δει τη νέα σειρά Power Rangers 2029. Η μητέρα της μειδίασε καθώς θυμήθηκε τη δική της εμπειρία. Τότε ήδη, μόλις μία γενιά πριν είχαν αρχίσει να αλλάζουν τα πράγματα. Πολλές οικογένειες, παίρνοντας παράδειγμα και από τη δική της, προτίμησαν να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους παρά να αρχίσουν τις καταγγελίες δεξιά και αριστερά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τις σκέψεις της εκείνο το διάστημα. Ένιωθε ότι γινόταν μια αναταραχή στην οικογένειά της και ότι έφταιγε η ίδια πολύ για αυτό. Θυμόταν ένα ιδιαίτερο συναίσθημα ντροπής και ενοχής. Σταμάτησε όταν ο πατέρας ξαναγύρισε σπίτι και άρχισαν οι κρυφές -αλλά όχι πια μυστικές- τους συνευρέσεις.

Ένιωσε απότομα την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Καθισμένη στον μπιντέ, κοίταξε στον καθρέφτη το εβδομαδιαίο πρόγραμμα της μικρής. Μόνο τη Δευτέρα ενέδωσε στις θωπείες του πατέρα της. Είναι δύσκολη ηλικία, σκέφτηκε η Μαρία. Πρέπει να της μπει στο κεφαλάκι της ότι είναι και αυτή υπεύθυνη για την αρμονία της οικογένειας. Ίσως μια βολτίτσα οι δυο τους μετά το σχολείο να είναι ό,τι χρειάζεται. Έστειλε γρήγορα ένα μήνυμα στο Θανάση πριν το μετανιώσει.

Η Αλεξάνδρα έχει ήδη αρχίσει την πρώτη σχολική ώρα. Όπως πάντα, νιώθει ευτυχισμένη, και ασφαλής, περιτριγυρισμένη από όλα τα γνώριμα πράγματα το netbook, τον καθρέφτη μηνυμάτων, το κολατσιό, τη φίλη της καθισμένη δίπλα. Χαμογέλασε στη Μάγδα και γύρισε να προσέξει στο μάθημα. Ένιωθε τόσο περήφανη που τα καταλάβαινε όλα. Οι γονείς της θα έπρεπε να ήταν πολύ ευχαριστημένοι μαζί της. Ένιωσε κύματα αγάπης για αυτούς «μα είναι οι καλύτεροι γονείς του κόσμου, τόσο μοναδικοί» σκέφτηκε – και μετά μια άλλη σκέψη, σαν αστραπή να διασχίζει την πρώτη: «ο μπαμπάς της Μάγδας δεν της κάνει τα ίδια». Δεν θυμάται ακριβώς τι, τα μπερδεύει με πράγματα που έγιναν πέρυσι, φέτος, πριν ένα μήνα, με τις ιστορίες που ανταλλάσσει με τους υπόλοιπους συμμαθητές της. Τι έγινε σε ποιον και πότε, αρχίζει να τα ξεχνάει. Σε λίγο καιρό οι κινήσεις της θα γίνουν αυτόματες και οι συναντήσεις τους θα μπαίνουν στην λήθη πριν ακόμα τελειώσουν. Τι έχει πει ο μπαμπάς; Δεν είναι τίποτα, οι περισσότεροι το κάνουν, δείχνει πόσο με αγαπάς. Και η μαμά; Δεν είναι κακό, γιατί να μην είμαστε σαν τους άλλους, άμα δεν της αρέσει της Μάγδας μη τη κάνεις παρέα, δηλαδή αν σου έλεγε να πας να πνιγείς θα πήγαινες? Προσπάθησε να στριμώξει τη σκέψη σε μία γωνιά και τα κατάφερε.

Όπως πάντα, ο Θανάσης τσέκαρε τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Η Μαρία του πρότεινε να πάει μια βόλτα με την κόρη του και να ακυρώσουν το μάθημα της αεροπλοΐας. Η ευχάριστη πρωινή αίσθηση στα γεννητικά του όργανα ξαναήλθε. Σκέφτηκε να τη πάει στο Bali, στον καινούργιο παιδότοπο για μπαμπάδες και κόρες. Η διακόσμηση ήταν εμπνευσμένη από το ομώνυμο τόπο -εξάλλου αυτά τα νησιά προώθησαν την ιδέα της νορμαλοποίησης της τάσης. Ένιωσε να μπαίνει σε μία ελαφρά έξαψη. Ήξερε ότι σιγά – σιγά θα αυξανόταν και στο τέλος της ημέρας δεν θα μπορούσε να ακούσει τί του έλεγαν και να συγκεντρωθεί. Γνώριζε ότι το μόνο που θα ανακούφιζε την αβάσταχτη πια ένταση θα ήταν η συνάντηση με τη κόρη του. Τι κρίμα που δεν μπορούσε να κρατήσει στη μνήμη του όλες τους τις συναντήσεις. Αμφέβαλλε αν μπορούσε να θυμηθεί όλες τις κινήσεις τους. Συμπληρώναν μία χορογραφία που είχε σκεφτεί ο ίδιος και είχε πραγματοποιήσει το κοριτσάκι του, όπως πάντα ίδια. Γινόταν πιο εύκολο να ακολουθήσουν οι επιθυμίες τους έναν τετελεσμένο δρόμο, σκέφτηκε, όπως πάντα όμως η κάθε συνάντηση χανόταν από τη μνήμη και δεν μπορούσε να θυμηθεί αν κάτι έγινε χθες, προχθές ή πριν δύο χρόνια. Είχε την εντύπωση ότι ήταν ένα όνειρο που ζούσε μόνο εκείνη τη στιγμή και μετά χανόταν από την πραγματικότητα. Τέτοια παιχνίδια μνήμης πάθαινε από πολύ μικρό παιδί, ακόμα όταν ζούσε κοντά του ο μεγάλος του εξάδελφος. Στη σκέψη του, τον κατέπνιξε ένα κύμα δυσφορίας που κατέληγε σχεδόν σε ναυτία. «Η δυσπεψία με τρομάζει» σκέφτηκε «γερνάω».

Η Μαρία ετοιμαζόταν να επιστρέψει σπίτι. Τσέκαρε τα τελευταία mail όταν την κάλεσε η μητέρα της Μάγδας. Να έφερνε την Αλεξάνδρα μετά το σχολείο σπίτι, να παίζανε τα παιδιά? Όχι, γιατί είχε κανονίσει με τον Θανάση να την πάνε στο Bali -τον καινούργιο παιδότοπο. Επίτηδες έγινε πιο σαφής, για να καταλάβει η μητέρα της Μάγδας πόσο έξω ήταν από τις σύγχρονες τάσεις. Τα σεξουαλικά παιχνίδια της παιδικής ηλικίας ήταν πια αποδεκτά και ο νόμος παρέμβαινε μόνο αν το ίδιο το παιδί δεν συναινούσε. Πόσες οικογένειες, η δική της, του Θανάση, αυτή που φτιάξανε μαζί μπόρεσαν έτσι να συνεχίσουν αρμονικά τη συμβίωσή τους. Σκέφτηκε το βράδυ να κάνει ένα μπανάκι στην Αλεξάνδρα, να ξεπλυθεί από το σχολείο, το παιδότοπο και όλα τα υπόλοιπα. Αισθάνθηκε ότι έκανε καλά τη δουλειά της σαν αρχηγός της οικογένειας. Κάλυπτε με επιτυχία τα πρακτικά ζητήματα και κρατούσε και τις ισορροπίες. Η μητέρα της θα ήταν περήφανη για αυτήν. Ξετύλιξε τα ματωμένα νύχια από τις παλάμες της και άνοιξε το αυτοκίνητο.

Ο Θανάσης συζητούσε με τους άλλους γονείς στο διάλειμμα της δουλειάς. Όπως πάντα, βρήκε τη κόρη του πιο όμορφη, πιο έξυπνη, πιο ψηλή από όλα τα παιδιά του κόσμου. Φεύγοντας, κοίταξε με λατρεία τη φωτογραφία της πάνω στο γραφείο. Στα γενέθλια της έπρεπε να της πάρει ένα καταπληκτικό δώρο. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο το χέρι του άνοιξε με μία αυτόματη κίνηση το GPS. Αισθάνθηκε τη ναυτία αλλά κατάφερε να τη καταπνίξει πριν ο εμετός φτάσει στο λαιμό του. «Και ο κλειστός αέρας τελικά με ενοχλεί» σκέφτηκε.

Η Αλεξάνδρα περίμενε στο σχολείο το μπαμπά της. Φοβόταν μην αργήσει για το μάθημα της αεροπλοΐας. Βυθίστηκε για λίγο, με το εξερευνητικό πνεύμα που χαρακτηρίζει τα παιδιά της ηλικίας της, σε μια φαντασίωση ότι μεγαλώνοντας πετούσε σε πολύ μακρινούς τόπους. Ο μπαμπάς κόρναρε και μπήκε τρέχοντας στο καθισματάκι της πίσω. Τσέκαρε με μία ματιά το GPS και πάγωσε. Τελικός προορισμός BALI. Της είχε μιλήσει λίγο για αυτό η άλλη Μαρία -όχι η μαμά της, θα εξηγούσε σε έναν μεγάλο- στο διάλειμμα. Πάει η αεροπλοΐα. Είχε σκεφτεί ότι θα περνούσε ακόμα μία ανώδυνη μέρα όπως και χθες. Αλλά όχι, σήμερα θα έκανε ότι έκανε πάντα. Όπως πάντα, σκέφτηκε – απόγνωση. Κοίταξε μία τελευταία φορά το GPS και άρχισε να κλαίει.

Advertisements