Η συγγραφέας κάνει στη Μαδρίτη το διδακτορικό της, στη Σχολή Καλών Τεχνών,
πάνω στο Cyberpunk και τα νέα Μέσα στην τέχνη.

«Σταμάτα!» Φώναξε μέσα στον ύπνο της. Ξύπνησε ιδρωμένη. Η ώρα 7 το πρωί.

Μισούσε όταν το υποσυνείδητο της καθόριζε τις πράξεις της. Έπρεπε να συνεχίσει τον ύπνο της, όμως οι σκέψεις δεν την άφηναν. Είχε να συναντήσει τον Μπόμπι αργότερα και δεν ήθελε να πάει με άδεια χέρια. Έπρεπε να δουλέψει. Με ένα ελαφρό πήδημα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε την κονσόλα της. Το ασημί ματ χρώμα της ξεδιπλώθηκε σαν βελούδο μπροστά στα μάτια της. Το ημίφως του δωματίου δημιουργούσε μια πολύ γαλήνια ατμόσφαιρα, παρά την πολυπλοκότητα των αρχιτεκτονικών δομών των σκιών. Αυτές τις μέρες ξημερώνει πολύ νωρίς, η μέρα έχει μικρύνει αισθητά… Οι σκέψεις την είχαν κυριαρχήσει για άλλη μια φορά.

Πλησίασε το παράθυρο. Σχεδόν δεν μπορούσε να δει τον ουρανό… Το απέναντι κτίριο υψωνόταν σαν μολυβδαίνιο ρομπότ που στεκόταν μπροστά της. Κάθε παραθυράκι μια διαφορετική ιστορία, αλλά ταυτόχρονα όμοια. Σαν τα γρανάζια που δίνουν κίνηση σε μια μηχανή. Άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν ρομπότ, σκέφτηκε. Δεν μπήκε καν στον κόπο να ανοίξει τις περσίδες, έπρεπε να κάτσει να δουλέψει. Πάτησε το κουμπί και η κονσόλα άναψε. Ένας ανάλαφρος ήχος έσπασε τη μονοτονία της στιγμής. Μετά σιωπή. Έπρεπε να βρει την πλακέτα. Μετά από δύο λεπτά απόλυτου πανικού καταφέρνει να τη βρει. Συνδέει προσεκτικά τα καλώδια και τη θέτει σε λειτουργία. Το πρώτο ολόγραμμα εμφανίζεται. Ξεκινάει να γράφει τον κώδικα στον αέρα πατώντας τα άυλα πλήκτρα του πληκτρολογίου του ολογράμματος. Ξέρει ότι δεν γίνεται να κάνει λάθη τώρα και αυτό την αγχώνει.

Η κονσόλα της ήταν εντελώς d.i.y. όπως κι αυτή. Μια παλιά κονσόλα γραφικών Silicon Graphics, με ημερομηνία παραγωγής το 2020, που είχε αγοράσει από ένα πάγκο στην Christiania το προηγούμενο καλοκαίρι – φθινόπωρο. Την είχε καθαρίσει τέλεια και με τη βοήθεια του εικονικού φίλου της, ‘Αλεξ, είχε καταφέρει να την θέσει σε λειτουργία. Πάνω της είχε προσαρμόσει έναν αυτοσχέδιο προτζέκτορα ολογραμμάτων, που έφτιαξε με τις οδηγίες που διάβασε σε μια σελίδα του διαδικτύου και φυσικά η πλακέτα Arduino. Είχε μπροστά της ένα εντελώς παράνομα φτιαγμένο μηχάνημα, Το μυαλό της άρχισε να ταξιδεύει ενώ έγραφε τον κώδικα. Είναι λίγο γελοίο στις μέρες μας να πρέπει να συγκρατούμε τις αρχαίες συμβάσεις του χρόνου, σκέφτηκε. Ήταν γεγονός ότι η μέρα κρατούσε λιγότερο από 24 ώρες, αλλά κανένας δεν ήθελε να το παραδεκτεί. Όλα συνέχιζαν να λειτουργούν με βάση το 24ωρο. Είπαν πως, αλλαγή των συμβάσεων του χρόνου θα σήμαινε σύγχυση, μείωση της παραγωγικότητας, πτώση της παγκόσμιας οικονομίας. Βέβαια, πρόσφατα άκουσα ότι οι Κορεάτες και οι Κινέζοι έχουν προσαρμόσει τα ωράρια τους, παρά την διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών ότι το 24ωρο θα παραμείνει. Πάντα, η γηραιά ήπειρος, ήθελε να είναι από αυτούς που ορίζουν. Και μετά την ένωσή της με αυτό που κάποτε λεγόταν Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Ιαπωνία, το κατάφερε. Ή τουλάχιστον αυτό θέλουν να πιστεύει ο κόσμος. Τα σύνορα είχαν ανοίξει, αλλά με έναν πολύ παράδοξο τρόπο. Η Αφρική ήταν ο χώρος αναψυχής όλων των πλουσίων, ενώ η Ασία, η Αυστραλία και η Νότια Αμερική, τα «απαγορευμένα» μέρη. Όσοι ζούσαν εκεί ήταν οργανωμένοι σε φυλές και ζούσαν από τη βιοτεχνολογία που παρήγαγαν, χωρίς την ανάγκη των πολυεθνικών. Για τα Ηνωμένα Έθνη ήταν τρομοκράτες. Ένας συνεχής κίνδυνος για την δυτική κουλτούρα. Για άλλη μια φορά χανόταν στις σκέψεις της και πρόσμενε την συνάντηση της με τον Μπόμπι.

Πάνω που άρχιζε να προσγειώνεται σιγά σιγά στην πραγματικότητα, χτύπησε το τηλέφωνο. Χωρίς να το καταλάβει, βυθισμένη στις σκέψεις της και στον ατελείωτο κώδικα που ξεδιπλωνόταν σαν μια αιωρούμενη, χρυσοπράσινη δαντέλα στον χώρο, είχαν περάσει έξι ώρες. Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπάει… Εισερχόμενη κλήση, άγνωστος. Σταματάει να γράφει και κοιτάζει άλλη μια φορά το τηλέφωνο. Σταμάτησε να χτυπάει. Ήξερε ότι θα ήταν «αυτοί» και δεν ήθελε να απαντήσει.

Γύρω στις 3 το μεσημέρι και ενώ είχε αρχίσει να βραδιάζει ακούστηκαν κραυγές από το δρόμο. Πλησίασε το παράθυρο και είδε ένα παιδί ηλικίας περίπου επτά ετών σε έκσταση, να παίζει με ένα τεχνητό ζευγάρι ρομποτικών χεριών. Πιο πέρα, σε μια γωνία, κάτω από τα καταιγιστικά φώτα των προβολέων και των κινούμενων διαφημίσεων ενός πολυκαταστήματος μια γυναίκα κάπνιζε από αλουμινόχαρτο. Αηδιαστικό θέαμα, σκέφτηκε. Αν και η βιοτεχνολογία είχε εξελιχθεί τόσο πολύ που ήταν εύκολο να αντικαταστήσει κανείς τα καμένα εγκεφαλικά κύτταρα, καλλιεργώντας νέα, ή κλονοποιώντας τα δικά του, δεν καταλάβαινε γιατί ο κόσμος συνεχίζει να παίρνει ναρκωτικά. Εκείνη το έβλεπε απλά σαν χάσιμο χρόνου και ενέργειας.

Η Μελίσα ήταν καλλιτέχνης. Δούλευε πάνω σε συστήματα ανοικτού κώδικα. Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, η τέχνη και η επιστήμη πάντα ήταν παράλληλες, αλλά, εν έτει 2035 ήταν ένα. Δεν μπορούσες να δημιουργήσεις αν δεν μπορούσες να προγραμματίσεις, αλλά ούτε μπορούσες να προγραμματίσεις αν δεν είχες την απαιτούμενη φαντασία. Η Μελίσα ήταν μια από αυτούς που διέθεταν και τα δύο. Στα 25 της χρόνια είχε ταξιδέψει σε ολόκληρα τα Ηνωμένα Έθνη και είχε έρθει σε επαφή με τους καλύτερους κυβερνοκαλλιτέχνες του κόσμου. Στην εποχή του Ύστερου Καπιταλισμού, οι πολυεθνικές ήταν αυτές που κυβερνούσαν και οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τους ευφυείς ανθρώπους. Κάθε χρόνο δίνονταν άπειρες υποτροφίες ιδιωτικού τομέα και αυτή είχε μάθει να ζει από αυτό. Ήταν ένας τρόπος να ελέγχουν την έρευνα και την καλλιτεχνική παραγωγή. Εκείνη τους έδινε κώδικα και αυτοί την πληρώνανε. Δεν άντεχε άλλο όμως. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός που αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη. Ήταν ιδεαλίστρια. Πίστευε στην κοινωνική διάσταση της τέχνης και της επιστήμης και όχι στην εμπορευματοποίηση της. Για τα δεδομένα της εποχής θεωρούνταν επικίνδυνη. Άκουγε μουσική του προηγούμενου αιώνα. Σιχαινόταν τον καπιταλισμό και δεν άντεχε άλλο να ζει με ρυθμούς 24ώρου. Έπρεπε να εξαφανιστεί.

Στις 5 το απόγευμα και ενώ έξω επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι αποφάσισε να σηκώσει τις περσίδες. Σκαρφάλωσε πάνω στο παράθυρο και κοίταξε ψηλά. Τα ελικόπτερα που περνούσαν όλη την ώρα πάνω από την πόλη κάνοντας περιπολίες, έσκιζαν τον ουρανό με τους μεγάλους προβολείς τους. Το νέφος στεκόταν πάνω από τα κτίρια και ο ουρανός θύμιζε τα χιόνια της τηλεόρασης.

Ο Μπόμπι περιπλανιόταν μόνος του στα σκοτεινά στενά της Μαδρίτης. Το τηλέφωνο του χτύπησε από απόρρητη γραμμή. Του πήρε 8 δευτερόλεπτα να εντοπίσει την κλήση. Ήταν αυτός, ο σύνδεσμός του.

«Πού βρίσκεσαι;» , είπε ο Μπόμπι.

«Στο Poison Idea Bar στο έβδομο επίπεδο.» , απάντησε η φωνή.

«Μην κουνηθείς, έρχομαι!» Ο Μπόμπι μπήκε στο πρώτο δημόσιο ασανσέρ που βρήκε μπροστά του. Τα γυάλινα ασανσέρ ήταν η καινούργια μόδα. Αντί για σκάλες έφτιαχναν ασανσέρ. Σε δημόσιους χώρους, σε πλατείες, όπου χωρούσε ένα υπήρχε. Η πόλη ήταν χτισμένη σε 25 επίπεδα, Τα γυάλινα ασανσέρ προσέφεραν τη δυνατότητα να βλέπεις τη θέα ενώ ανέβαινες. Το ένα μετά το άλλο τα επίπεδα ξεδιπλωνόντουσαν μπροστά του σαν μεγάλες μάζες τσιμέντου και γυαλιού. Όλα τα δημόσια κτίρια ήταν γυάλινα και διάφανα. Όλοι έπρεπε να παρακολουθούνται όλες τις ώρες για αποφυγή οποιουδήποτε τρομοκρατικού χτυπήματος.

Μετά από 5 λεπτά ο Μπόμπι βρίσκει το Poison Idea Bar. Μέσα, η ατμόσφαιρα μυρίζει λάδι μηχανής. Το μέρος ήταν ένα από αυτά τα στέκια φρικιών με πρόσθετα τεχνητά μέλη στο σώμα. Οι φωνές και η δυνατή postindustrial μουσική έκαναν την ατμόσφαιρα αφόρητη. Σε μια γωνία είδε τον άνθρωπό του. Ήταν ένας ασιάτης με τέσσερα αυτιά. Ο Μπόμπι τον πλησίασε και χωρίς να πει κουβέντα του έβαλε στην τσέπη τα λεφτά. Ο άντρας του έδωσε ένα χαρτάκι με έναν επταψήφιο κωδικό. Μετά από δύο λεπτά εξαφανίστηκε και ο Μπόμπι ένιωσε για μια στιγμή ξεχωριστός μέσα στη μάζα όλων αυτών των τεχνο – φρικιών. Ίσως κατάλαβε για πρώτη φορά στα τριάντα του χρόνια, ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να ζήσει στον κόσμο του καταναλωτισμού και της τεχνολατρείας. Ήθελε να φύγει, να εξαφανιστεί και να μην ξαναγυρίσει ποτέ πίσω.

Η Μελίσα βρισκόταν ήδη στο σημείο συνάντησης. Είχε μαζί της την κονσόλα της μέσα σε μια μεγάλη πλαστική τσάντα Adidas για να μην τραβήξει την προσοχή κανενός. Όσο πιο κραυγαλέα και trendy ήταν τα ρούχα και τα αξεσουάρ που φόραγες, τόσο πιο απαρατήρητος περνούσες κάτω από τις κάμερες που περικύκλωναν την πόλη. Το να δείχνεις καταναλωτικός ήταν το καλύτερο καμουφλάζ. Ο Μπόμπι την είδε από μακριά και έτρεξε κοντά της. Φιλήθηκαν. Είχαν δώσει ραντεβού μπροστά στο Madrid Gran Teatro Danone. Πλήθη κόσμου φορώντας κομψά κοστούμια και κρατώντας χάρτινες ανακυκλωμένες σακούλες οίκων μόδας, στεκόντουσαν στην ουρά των εισιτηρίων.

«Φεύγουμε.» , είπε ο Μπόμπι και την αγκάλιασε σφικτά. «Ήρθε η ώρα.»

«Είσαι σίγουρος;» , λέει η Μελίσα.

«Πιο σίγουρος από ποτέ.» Αγκαλιάστηκαν σφικτά και κατευθύνθηκαν προς το hoovercraft του Μπόμπι. Μόλις μπήκαν μέσα της το έδειξε. Δύο οκταψήφιοι κωδικοί σε ένα σκισμένο χαρτί, οι κρυφές συντεταγμένες του αεροπλάνου που πετάει σε μηδέν βαρύτητα για Κορέα. Το παράνομο αεροπλάνο που πετούσε για τα «απαγορευμένα» μέρη. Η Μελίσα έβγαλε την κονσόλα της από την τσάντα και την συνέδεσε με το σύστημα του hoovercraft. Έγραψε τις συντεταγμένες στο GPS και τις επαλήθευσε. Ήταν αλήθεια, είχαν στα χέρια τους την κρυφή τοποθεσία του μέσου για τη φυγή τους στην Κορέα. Η Μελίσα τότε έτρεξε τον κώδικα που είχε γράψει στην κονσόλα της και ήταν ξαφνικά σαν να μπορούσε να δει όλες του τις σκέψεις, τους φόβους και τις φαντασίες, να παίρνουν τη μορφή πολύχρωμων ολογραμμάτων στο χώρο. Ο Μπόμπι δάκρυσε από τη συγκίνηση…

Η Μελίσα κοίταξε μια τελευταία φορά το GPS και άρχισε να κλαίει. «Αυτό σημαίνει το τέλος του κόσμου όπως τον ήξερα;» , τον ρώτησε.

«Όχι» , της απάντησε αποφασιστικά. «Αυτό είναι μόνο η αρχή.»