Στο διαγωνισμό συγγραφής εξ αποστάσεως συμμετείχαν ακόμα:

Η Αφροδίτη Ψαρρά που μένει στη Μαδρίτη όπου κάνει διδακτορικό στη Σχολή Καλών Τεχνών, πάνω στο Cyberpunk και τα νέα μέσα στην τέχνη

Ακολουθεί το διήγημά της:

«Σταμάτα!» Φώναξε μέσα στον ύπνο της. Ξύπνησε ιδρωμένη. Η ώρα 7 το πρωί.

Μισούσε όταν το υποσυνείδητο της καθόριζε τις πράξεις της. Έπρεπε να συνεχίσει τον ύπνο της, όμως οι σκέψεις δεν την άφηναν. Είχε να συναντήσει τον Μπόμπι αργότερα και δεν ήθελε να πάει με άδεια χέρια. Έπρεπε να δουλέψει. Με ένα ελαφρό πήδημα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε την κονσόλα της. Το ασημί ματ χρώμα της ξεδιπλώθηκε σαν βελούδο μπροστά στα μάτια της. Το ημίφως του δωματίου δημιουργούσε μια πολύ γαλήνια ατμόσφαιρα, παρά την πολυπλοκότητα των αρχιτεκτονικών δομών των σκιών. Αυτές τις μέρες ξημερώνει πολύ νωρίς, η μέρα έχει μικρύνει αισθητά… Οι σκέψεις την είχαν κυριαρχήσει για άλλη μια φορά.

Πλησίασε το παράθυρο. Σχεδόν δεν μπορούσε να δει τον ουρανό… Το απέναντι κτίριο υψωνόταν σαν μολυβδαίνιο ρομπότ που στεκόταν μπροστά της. Κάθε παραθυράκι μια διαφορετική ιστορία, αλλά ταυτόχρονα όμοια. Σαν τα γρανάζια που δίνουν κίνηση σε μια μηχανή. Άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν ρομπότ, σκέφτηκε. Δεν μπήκε καν στον κόπο να ανοίξει τις περσίδες, έπρεπε να κάτσει να δουλέψει. Πάτησε το κουμπί και η κονσόλα άναψε. Ένας ανάλαφρος ήχος έσπασε τη μονοτονία της στιγμής. Μετά σιωπή. Έπρεπε να βρει την πλακέτα. Μετά από δύο λεπτά απόλυτου πανικού καταφέρνει να τη βρει. Συνδέει προσεκτικά τα καλώδια και τη θέτει σε λειτουργία. Το πρώτο ολόγραμμα εμφανίζεται. Ξεκινάει να γράφει τον κώδικα στον αέρα πατώντας τα άυλα πλήκτρα του πληκτρολογίου του ολογράμματος. Ξέρει ότι δεν γίνεται να κάνει λάθη τώρα και αυτό την αγχώνει.

Η κονσόλα της ήταν εντελώς d.i.y. όπως κι αυτή. Μια παλιά κονσόλα γραφικών Silicon Graphics, με ημερομηνία παραγωγής το 2020, που είχε αγοράσει από ένα πάγκο στην Christiania το προηγούμενο καλοκαίρι – φθινόπωρο. Την είχε καθαρίσει τέλεια και με τη βοήθεια του εικονικού φίλου της, ‘Αλεξ, είχε καταφέρει να την θέσει σε λειτουργία. Πάνω της είχε προσαρμόσει έναν αυτοσχέδιο προτζέκτορα ολογραμμάτων, που έφτιαξε με τις οδηγίες που διάβασε σε μια σελίδα του διαδικτύου και φυσικά η πλακέτα Arduino. Είχε μπροστά της ένα εντελώς παράνομα φτιαγμένο μηχάνημα, Το μυαλό της άρχισε να ταξιδεύει ενώ έγραφε τον κώδικα. Είναι λίγο γελοίο στις μέρες μας να πρέπει να συγκρατούμε τις αρχαίες συμβάσεις του χρόνου, σκέφτηκε. Ήταν γεγονός ότι η μέρα κρατούσε λιγότερο από 24 ώρες, αλλά κανένας δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Όλα συνέχιζαν να λειτουργούν με βάση το 24ωρο. Είπαν πως, αλλαγή των συμβάσεων του χρόνου θα σήμαινε σύγχυση, μείωση της παραγωγικότητας, πτώση της παγκόσμιας οικονομίας. Βέβαια, πρόσφατα άκουσα ότι οι Κορεάτες και οι Κινέζοι έχουν προσαρμόσει τα ωράρια τους, παρά την διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών ότι το 24ωρο θα παραμείνει. Πάντα, η γηραιά ήπειρος, ήθελε να είναι από αυτούς που ορίζουν. Και μετά την ένωσή της με αυτό που κάποτε λεγόταν Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Ιαπωνία, το κατάφερε. Ή τουλάχιστον αυτό θέλουν να πιστεύει ο κόσμος. Τα σύνορα είχαν ανοίξει, αλλά με έναν πολύ παράδοξο τρόπο. Η Αφρική ήταν ο χώρος αναψυχής όλων των πλουσίων, ενώ η Ασία, η Αυστραλία και η Νότια Αμερική, τα «απαγορευμένα» μέρη. Όσοι ζούσαν εκεί ήταν οργανωμένοι σε φυλές και ζούσαν από τη βιοτεχνολογία που παρήγαγαν, χωρίς την ανάγκη των πολυεθνικών. Για τα Ηνωμένα Έθνη ήταν τρομοκράτες. Ένας συνεχής κίνδυνος για την δυτική κουλτούρα. Για άλλη μια φορά χανόταν στις σκέψεις της και πρόσμενε την συνάντηση της με τον Μπόμπι.

Πάνω που άρχιζε να προσγειώνεται σιγά σιγά στην πραγματικότητα, χτύπησε το τηλέφωνο. Χωρίς να το καταλάβει, βυθισμένη στις σκέψεις της και στον ατελείωτο κώδικα που ξεδιπλωνόταν σαν μια αιωρούμενη, χρυσοπράσινη δαντέλα στον χώρο, είχαν περάσει έξι ώρες. Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπάει… Εισερχόμενη κλήση, άγνωστος. Σταματάει να γράφει και κοιτάζει άλλη μια φορά το τηλέφωνο. Σταμάτησε να χτυπάει. Ήξερε ότι θα ήταν «αυτοί» και δεν ήθελε να απαντήσει.

Γύρω στις 3 το μεσημέρι και ενώ είχε αρχίσει να βραδιάζει ακούστηκαν κραυγές από το δρόμο. Πλησίασε το παράθυρο και είδε ένα παιδί ηλικίας περίπου επτά ετών σε έκσταση, να παίζει με ένα τεχνητό ζευγάρι ρομποτικών χεριών. Πιο πέρα, σε μια γωνία, κάτω από τα καταιγιστικά φώτα των προβολέων και των κινούμενων διαφημίσεων ενός πολυκαταστήματος μια γυναίκα κάπνιζε από αλουμινόχαρτο. Αηδιαστικό θέαμα, σκέφτηκε. Αν και η βιοτεχνολογία είχε εξελιχθεί τόσο πολύ που ήταν εύκολο να αντικαταστήσει κανείς τα καμένα εγκεφαλικά κύτταρα, καλλιεργώντας νέα, ή κλονοποιώντας τα δικά του, δεν καταλάβαινε γιατί ο κόσμος συνεχίζει να παίρνει ναρκωτικά. Εκείνη το έβλεπε απλά σαν χάσιμο χρόνου και ενέργειας.

Η Μελίσα ήταν καλλιτέχνης. Δούλευε πάνω σε συστήματα ανοικτού κώδικα. Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, η τέχνη και η επιστήμη πάντα ήταν παράλληλες, αλλά, εν έτει 2035 ήταν ένα. Δεν μπορούσες να δημιουργήσεις αν δεν μπορούσες να προγραμματίσεις, αλλά ούτε μπορούσες να προγραμματίσεις αν δεν είχες την απαιτούμενη φαντασία. Η Μελίσα ήταν μια από αυτούς που διέθεταν και τα δύο. Στα 25 της χρόνια είχε ταξιδέψει σε ολόκληρα τα Ηνωμένα Έθνη και είχε έρθει σε επαφή με τους καλύτερους κυβερνοκαλλιτέχνες του κόσμου. Στην εποχή του Ύστερου Καπιταλισμού, οι πολυεθνικές ήταν αυτές που κυβερνούσαν και οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τους ευφυείς ανθρώπους. Κάθε χρόνο δίνονταν άπειρες υποτροφίες ιδιωτικού τομέα και αυτή είχε μάθει να ζει από αυτό. Ήταν ένας τρόπος να ελέγχουν την έρευνα και την καλλιτεχνική παραγωγή. Εκείνη τους έδινε κώδικα και αυτοί την πληρώνανε. Δεν άντεχε άλλο όμως. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός που αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη. Ήταν ιδεαλίστρια. Πίστευε στην κοινωνική διάσταση της τέχνης και της επιστήμης και όχι στην εμπορευματοποίηση της. Για τα δεδομένα της εποχής θεωρούνταν επικίνδυνη. Άκουγε μουσική του προηγούμενου αιώνα. Σιχαινόταν τον καπιταλισμό και δεν άντεχε άλλο να ζει με ρυθμούς 24ώρου. Έπρεπε να εξαφανιστεί.

Στις 5 το απόγευμα και ενώ έξω επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι αποφάσισε να σηκώσει τις περσίδες. Σκαρφάλωσε πάνω στο παράθυρο και κοίταξε ψηλά. Τα ελικόπτερα που περνούσαν όλη την ώρα πάνω από την πόλη κάνοντας περιπολίες, έσκιζαν τον ουρανό με τους μεγάλους προβολείς τους. Το νέφος στεκόταν πάνω από τα κτίρια και ο ουρανός θύμιζε τα χιόνια της τηλεόρασης.

Ο Μπόμπι περιπλανιόταν μόνος του στα σκοτεινά στενά της Μαδρίτης. Το τηλέφωνο του χτύπησε από απόρρητη γραμμή. Του πήρε 8 δευτερόλεπτα να εντοπίσει την κλήση. Ήταν αυτός, ο σύνδεσμός του.

«Πού βρίσκεσαι;» , είπε ο Μπόμπι.

«Στο Poison Idea Bar στο έβδομο επίπεδο.» , απάντησε η φωνή.

«Μην κουνηθείς, έρχομαι!» Ο Μπόμπι μπήκε στο πρώτο δημόσιο ασανσέρ που βρήκε μπροστά του. Τα γυάλινα ασανσέρ ήταν η καινούργια μόδα. Αντί για σκάλες έφτιαχναν ασανσέρ. Σε δημόσιους χώρους, σε πλατείες, όπου χωρούσε ένα υπήρχε. Η πόλη ήταν χτισμένη σε 25 επίπεδα, Τα γυάλινα ασανσέρ προσέφεραν τη δυνατότητα να βλέπεις τη θέα ενώ ανέβαινες. Το ένα μετά το άλλο τα επίπεδα ξεδιπλωνόντουσαν μπροστά του σαν μεγάλες μάζες τσιμέντου και γυαλιού. Όλα τα δημόσια κτίρια ήταν γυάλινα και διάφανα. Όλοι έπρεπε να παρακολουθούνται όλες τις ώρες για αποφυγή οποιουδήποτε τρομοκρατικού χτυπήματος.

Μετά από 5 λεπτά ο Μπόμπι βρίσκει το Poison Idea Bar. Μέσα, η ατμόσφαιρα μυρίζει λάδι μηχανής. Το μέρος ήταν ένα από αυτά τα στέκια φρικιών με πρόσθετα τεχνητά μέλη στο σώμα. Οι φωνές και η δυνατή postindustrial μουσική έκαναν την ατμόσφαιρα αφόρητη. Σε μια γωνία είδε τον άνθρωπό του. Ήταν ένας ασιάτης με τέσσερα αυτιά. Ο Μπόμπι τον πλησίασε και χωρίς να πει κουβέντα του έβαλε στην τσέπη τα λεφτά. Ο άντρας του έδωσε ένα χαρτάκι με έναν επταψήφιο κωδικό. Μετά από δύο λεπτά εξαφανίστηκε και ο Μπόμπι ένιωσε για μια στιγμή ξεχωριστός μέσα στη μάζα όλων αυτών των τεχνο – φρικιών. Ίσως κατάλαβε για πρώτη φορά στα τριάντα του χρόνια, ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να ζήσει στον κόσμο του καταναλωτισμού και της τεχνολατρείας. Ήθελε να φύγει, να εξαφανιστεί και να μην ξαναγυρίσει ποτέ πίσω.

Η Μελίσα βρισκόταν ήδη στο σημείο συνάντησης. Είχε μαζί της την κονσόλα της μέσα σε μια μεγάλη πλαστική τσάντα Adidas για να μην τραβήξει την προσοχή κανενός. Όσο πιο κραυγαλέα και trendy ήταν τα ρούχα και τα αξεσουάρ που φόραγες, τόσο πιο απαρατήρητος περνούσες κάτω από τις κάμερες που περικύκλωναν την πόλη. Το να δείχνεις καταναλωτικός ήταν το καλύτερο καμουφλάζ. Ο Μπόμπι την είδε από μακριά και έτρεξε κοντά της. Φιλήθηκαν. Είχαν δώσει ραντεβού μπροστά στο Madrid Gran Teatro Danone. Πλήθη κόσμου φορώντας κομψά κοστούμια και κρατώντας χάρτινες ανακυκλωμένες σακούλες οίκων μόδας, στεκόντουσαν στην ουρά των εισιτηρίων.

«Φεύγουμε.» , είπε ο Μπόμπι και την αγκάλιασε σφικτά. «Ήρθε η ώρα.»

«Είσαι σίγουρος;» , λέει η Μελίσα.

«Πιο σίγουρος από ποτέ.» Αγκαλιάστηκαν σφικτά και κατευθύνθηκαν προς το hoovercraft του Μπόμπι. Μόλις μπήκαν μέσα της το έδειξε. Δύο οκταψήφιοι κωδικοί σε ένα σκισμένο χαρτί, οι κρυφές συντεταγμένες του αεροπλάνου που πετάει σε μηδέν βαρύτητα για Κορέα. Το παράνομο αεροπλάνο που πετούσε για τα «απαγορευμένα» μέρη. Η Μελίσα έβγαλε την κονσόλα της από την τσάντα και την συνέδεσε με το σύστημα του hoovercraft. Έγραψε τις συντεταγμένες στο GPS και τις επαλήθευσε. Ήταν αλήθεια, είχαν στα χέρια τους την κρυφή τοποθεσία του μέσου για τη φυγή τους στην Κορέα. Η Μελίσα τότε έτρεξε τον κώδικα που είχε γράψει στην κονσόλα της και ήταν ξαφνικά σαν να μπορούσε να δει όλες του τις σκέψεις, τους φόβους και τις φαντασίες, να παίρνουν τη μορφή πολύχρωμων ολογραμμάτων στο χώρο. Ο Μπόμπι δάκρυσε από τη συγκίνηση…

Η Μελίσα κοίταξε μια τελευταία φορά το GPS και άρχισε να κλαίει. «Αυτό σημαίνει το τέλος του κόσμου όπως τον ήξερα;» , τον ρώτησε.

«Όχι» , της απάντησε αποφασιστικά. «Αυτό είναι μόνο η αρχή.»

———————


Ο Γιώργος Τζεβελεκάκης, που έστειλε ένα «παιχνίδι διήγησης»

Το χειροποίητο GPS

Tο πρωί της 15ης Οκτωβρίου προφασίστηκα αρρώστια και τηλεφώνησα πως δεν θ’ ανεβώ στο τιμόνι για τις επόμενες δυο ημέρες – όσο χρειαζόταν για να λάβω μέρος στον «online» διαγωνισμό διηγήματος. Ευτυχώς, το ταξί είναι οικογενειακό, το δουλεύει κυρίως ο πατέρας σκι εμείς το παίρνουμε πότε ο ένας και πότε ο άλλος για να βγάζουμε το χαρτζιλίκι μας…

Άνοιξα νωρίς τον υπολογιστή και άρχισα να μαζεύω στοιχεία που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω για τη σύνθεση δύο χιλιάδων λέξεων, για να μαζέψω, δηλαδή, δυο χιλιάδες πόντους σ’ αυτό το «παιχνίδι ρόλων» – έτσι το έβλεπα, επηρεασμένος απ’ το σχετικό βιβλίο που διάβαζα τελευταία… Η άποψή μου πως μπορούσε κι αυτό να είναι ένα «παιχνίδι ρόλων» ενισχύθηκε όταν στις 11.05΄ (μόλις 55΄ πριν αναρτηθεί στο διαδίκτυο το θέμα του διαγωνισμού) διάβασα ότι κάποιες φορές λέγεται και «παιχνίδι διήγησης». «Εδώ είμαστε!…» πανηγύρισα και συνέχισα τη συγκομιδή. Μετέφερα όσα πίστευα πως θα μου χρησίμευαν από τον Μακροϋπολογιστή στον Μικροϋπολογιστή, άναψα καπνό και κάθισα να χαλαρώσω και να συγκεντρωθώ… Κοίταξα το ρολόι του ήλιου, 11.20΄, «Ωραία…» είπα, «Έχω ακόμη σαράντα ολόκληρα λεπτά…» Κάπνιζα και τακτοποιούσα, παίζοντας συνάμα, δέκα από τις δεκάδες μπίλιες που βρίσκονται σκόρπιες επάνω στο διάφανο γραφείο μου· κάποια στιγμή τις απόθεσα στο μικρό αυλάκι του πληκτρολογίου, πάνω ακριβώς από τα πλήκτρα των αριθμών, έτσι ώστε όταν πληκτρολογώ κάποιον αριθμό, 2.099 για παράδειγμα, να ακούγεται ο όμορφος ήχος απ’ τη χρωματιστή μουσική τους…

Κοίταξα ξανά το ρολόι: απέμεναν μόλις 10΄… Χωρίς να το καταλάβω, είχα μπει πια στο παιχνίδι: θα είναι συνεπείς, αναρωτιόμουν, οι διοργανωτές του Φεστιβάλ; Αυτοί με βάλαν στο παιχνίδι, είναι συμπαίκτες μου πια… Θα είναι, βεβαίωνα τον εαυτό μου και δεν έπαιρνα το βλέμμα απ’ την ιστοσελίδα. Κοίταζα την πόλη της Ερμούπολης – την είδαμε φέτος το καλοκαίρι, νύχτα, πηγαίνοντας για τη Χίο… Την επόμενη φορά κοίταξα το ρολόι του Μικροϋπολογιστή: 11.59΄… 12.10΄ – πουθενά το θέμα του διαγωνισμού, βγαίνω ν’ αγοράσω καπνό…

Να μαι και πάλι: 13.13΄ – τίποτα, ούτε θέμα, ούτε ανακοίνωση καμιά… «Α, οι συμπαίκτες μου μού βάζουν δύσκολα…» χαίρομαι. Επιστρέφω στην ιστοσελίδα, νέο ψάξιμο. Επιτέλους, το βρίσκω: «κοίταξε μια τελευταία φορά το GPS και άρχισε να κλαίει». Είχε αναρτηθεί στις 13.17΄. Ευχαριστώ, παιδιά, παίζουμε τώρα!…

Φίλε nikosal, μας βάλατε δύσκολα!… Πάμε πρώτα στην κατανόηση του θέματος «Κοίταξε…» – ποιος κοίταξε;.. «…μια τελευταία φορά…» – γιατί ήταν η τελευταία φορά; «…και άρχισε να κλαίει…» Αυτό το «κλαίει», νομίζω, φέρει όλο το ειδικό βάρος της πρότασης, εδώ βρίσκεται το κλειδί της ανάπτυξης του θέματος…

Κλαίει διότι βλέπει στο GPS πού βρίσκεται… Μπας και χάθηκε, άλλα του έδωσε κι αυτό αλλού τον πάει;… Αυτό είναι!… Συνεχίζω· και μάλιστα δίχως να έχω ακουμπήσει ακόμη κανένα προϋπάρχον κείμενο, καμιά πρόταση, όλες μου οι βοήθειες είναι ακέραιες!…

***

Είμαστε στα 2099, την τελευταία χρονιά του 21ου αιώνα. Τα κινήματα ενάντια στην τεχνολογία έχουν φουντώσει, και όπου να ’ναι αναμένεται να ξεσπάσει ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ένας πόλεμος ανάμεσα στην Υπερκυβέρνηση των Τεχνοκρατών και το Κίνημα των Συναισθηματικών. Οι πρώτοι είναι υπέρμαχοι μιας άκρατης τεχνολογίας και οι άλλοι θέλουν να σταματήσει ολοκληρωτικά η έρευνα και η ανάπτυξή της· τη στιγμή μάλιστα που χώρες, ήπειροι ολόκληρες, δεν έχουν να πιουν μια σταγόνα νερό, να φάνε ένα σπυρί ρύζι…

Οι Τεχνοκράτες έχουν απαγάγει τη δημοσιογράφο και αντιπρόεδρο του Κινήματος Λώρα Τριφύλλη και απειλούν να τη σκοτώσουν αν οι Φυσικοί δεν πάψουν να τους αντιπολιτεύονται.

Εγώ, φυσικά, είμαι με τους καλούς, τους Συναισθηματικούς. Έτσι πρέπει να κάνω αν θέλω να πιάσω τους δυο χιλιάδες πόντους, τις δυο χιλιάδες λέξεις, δηλαδή, και να έχω περάσει τις αναγκαίες πίστες του παιχνιδιού, ώσπου να φτάσω στην τελική, εκεί όπου ολοκληρώνεται η μικρή ιστορία – μη ξεχνάμε πως πρόκειται για ένα «παιχνίδι διήγησης»… Κι έτσι να οδηγήσω τους ήρωές μου να τα καταφέρουν κι αυτοί· να καταφέρουν, δηλαδή, να απελευθερώσουν τη Λώρα!… Μη ξεχνάμε πως υπάρχει απόλυτη ταύτιση εμού και των ηρώων μου!…

Έχουμε μια πληροφορία πως οι απαγωγείς κρύβουν τη Λώρα κάπου στο Πήλιο… Γιατί εδώ; Διότι γνωρίζουν πως το όρος των Κενταύρων αποτελεί ενεργειακό σταθμό· κι έτσι ελπίζουν πως θα εξουσιάσουν (η εξουσία είναι πάντοτε αλαζονική…) το άυλο και θ’ αποσυντονίσουν όλα τα συστήματα προσδιορισμού θέσης, παλιά και καινούργια. Δεν γνωρίζουν, ωστόσο, πως οι αντίπαλοί τους διαθέτουν ένα και μοναδικό -δεν υπάρχει αντίγραφό του σ’ όλο τον κόσμο!…- «όπλο». Ένα ιδιαίτερο GPS, μια από τις πολλές πατέντες του Θωμά Καμπανέλα, ειδικού στις ραδιοσυχνότητες και τα συμπαντικά κύματα, ενός ιδεολόγου εφευρέτη ο οποίος δεν εκμεταλλεύεται εμπορικά τις ευρεσιτεχνίες του παρά μονάχα τις διαθέτει σε καλούς σκοπούς. Οι Τεχνοκράτες τον γνωρίζουν καλά, δεν είναι δε ολίγες οι φορές που προσπάθησαν να τον εξαγοράσουν – δεν τα κατάφεραν ποτέ…

Κι αυτό το ιδιαίτερο GPS είναι το πλεονέκτημα, αν σκεφτεί κανείς πως και οι δυο αντίπαλοι δεν διαθέτουν όπλα, και οι δυο τα υποτιμούν – ο καθένας για τους δικούς του λόγους: οι Τεχνοκράτες διότι πιστεύουν ότι οι μηχανές που επινοούν είναι σαφώς ανώτερες από τα όπλα και οι Φυσικοί απλά διότι αφαιρούν αναίτια ανθρώπινες ζωές… Κι αυτό το μοναδικό «όπλο» το έχει στα χέρια του ο αδελφός μου, ο Στέφανος, του το έδωσε ο πολυμήχανος εφευρέτης για την επιχείρηση απελευθέρωσης της Λώρας Τριφύλλη…

Βράδυ Σαββάτου, λοιπόν, ξεκινάμε, ο Στέφανος, ο Στέλιος, ο Καμπανέλας που κρατά στο ένα χέρι το βαλιτσάκι και στο άλλο τον φορητό υπολογιστή κι εγώ, ο Μικρός, απ’ το δωμάτιό μου όπου είναι και το κέντρο επιχειρήσεων. Ο Στέφανος δίνει τα στοιχεία στο GPS, «Του Βοδιού το Μάτι», και βάζει μπρος το ταξί. Στην επιχείρηση αυτή συμμετέχουν ακόμη εννέα αυτοκίνητα με είκοσι επτά συντρόφους…

Κοιτώ το σκορ: 904 πόντοι-λέξεις! Καλά πάμε – και γρήγορα. Μας μένουν ακόμη 42 ώρες παιχνιδιού-συγγραφής… Βγάλε κάποιες για μικροδουλειές και ύπνο, πόσες μένουν; Καθαρές, γύρω στις είκοσι πέντε! Άριστα!… Στο παιχνίδι, βέβαια, ο χρόνος περνάει πολύ πιο γρήγορα, έτσι γίνεται πάντα στα παιχνίδια, παίζεις και δεν καταλαβαίνεις πότε πέρασε ο χρόνος!… Κι από την άλλη, άντε να βρεις ποιος απ’ όλους τους χρόνους είν’ ο πραγματικός…

Οδηγώ τον ήρωα αδελφό μου να οδηγεί προσεκτικά, είναι πίσσα σκοτάδι και ο δρόμος άλλο από στροφές δεν έχει. Στο ύψος της Επισκοπής, ο Στέφανος αρχίζει να μη βλέπει καλά τον δρόμο, «Τι συμβαίνει;» «Ομίχλη!…», «Αυτό μας έλειπε τώρα, αδελφέ, πρόσεχε, κόβε ταχύτητα!…» τον συμβουλεύω. «Προσέχω, έννοια σου…» μου απαντά με μια κίνηση του κεφαλιού.

Λίγο πριν τη διασταύρωση για Άλλη Μεριά, στο μικρό εκκλησάκι του Άη-Γιώργη, ο Στέφανος διαπιστώνει πως το GPS έχει βουβαθεί!… Αν δεν βρούμε γρήγορα λύση, κινδυνεύουμε: θα μας αφαιρεθούν πόντοι κι η ιστορία μας δεν θα ολοκληρωθεί. Ο ήρωας κάνει δεξιά και σταματά στη μάντρα του Γιάννη του Μπιστικού. Ένα κοπάδι αδέσποτα σκυλιά κυκλώνουν αμέσως το αυτοκίνητό μας, μα δεν ανησυχούμε· η επιχείρηση «Λώρα», ωστόσο, δεν πρέπει να καθυστερήσει, δεν πρέπει να μας βρει το χάραμα, πρέπει να τους πιάσουμε στον ύπνο…

Δεν πρέπει καν κάποιος από εμάς ν’ αρχίσει να ιδρώνει, ούτε να νιώσει κάποιο από τα κατώτερα για τη στιγμή συναισθήματα όπως δειλία, φόβο κ.λπ. γιατί τότε χάνουμε πόντους – ή, αν νιώσει κάτι ανάλογο, να το αποκρύψει απ’ τον εαυτό του κι απ’ το παιχνίδι, να μην το παραδεχτεί, να το αψηφήσει, έτσι το ακυρώνει, διότι αν συμβεί το αντίθετο, το παιχνίδι θα το καταλάβει και οι λέξεις θ’ αρχίσουν σιγά μα σταθερά να ξηλώνονται απ’ το χειροποίητο χαλάκι της ιστορίας μας. Κι έχουμε φτάσει αισίως στους 1.189 πόντους-λέξεις!…

«Το μηχανάκι! Γρήγορα!…» προστάζει ο Καμπανέλας από το πίσω κάθισμα κι ανοίγει τον υπολογιστή. Ο Στέφανος του δίνει το GPS κι ο άλλος κάνει τα δικά του. Ανάβω δυο τσιγάρα, τους τα προσφέρω, δεν μπορώ να κάνω τώρα κάτι άλλο. Αυτοί τα παίρνουν, τραβούν μια-δυο τζούρες, «Φλομώσαμε, ρεεε!…» φωνάζει ο Καμπανέλας, αμέσως τα πετούν στο τασάκι. Ο Στέφανος ανοίγει σκαστά τα δυο μπροστινά παράθυρα και σκέφτεται – μαζί τους κι εγώ από εδώ, απ’ την οθόνη επιχειρήσεων.

«Μάστορα, γίνεται τίποτα;» ρωτάει ο Στέλιος. Ο Καμπανέλας δεν απαντά. «Όχι τίποτ’ άλλο, αλλά μου το ’χεις υποσχεθεί, μάστορα, μην το ξεχνάς…» πετάγεται ο Στέφανος κι είν’ η σειρά του Στέλιου να μιλήσει τώρα. «Μην ανησυχείς, αγόρι μου… Θα το φτιάξει, θ’ απελευθερώσουμε και την κυρα-Λώρα και το σπουδαίο μηχανάκι θα γίνει δικό μας!…» Ο Καμπανέλας δεν άντεξε, «Σκάστε, ρε σεις, να τελειώνουμε!… Και πάρτε τον Αρχηγό ένα τηλέφωνο, θ’ αργήσουμε λιγάκι…» «Πάρε!…» κάνει ο Στέφανος στον μεγάλο αδελφό μας κι αυτός υπακούει.

Στο μεταξύ ο μάστορας έχει βγάλει την κάρτα και την έχει βάλει στον υπολογιστή. Προγραμματίζει το GPS απ’ την αρχή, «Υπομονή…» λέει, «Ένας Καμπανέλας δεν ηττάται ποτέ!… Σε λίγα λεπτά ξεκινάμε…» «Αρχηγέ μου, σε λίγα λεπτά ξεκινάμε…» επαναλαμβάνει ο Στέλιος στο τηλέφωνο.

Πράγματι, σε λίγα λεπτά ο Καμπανέλας δίνει στον Στέφανο το GPS. «Έλα, δώσε πάλι το σημείο και βάλε μπρος…» του λέει. Ο Στέφανος το δίνει και ξεκινάει, «Έλα, κούκλα μου, λάλα-το το ποίημά σου…» μιλάει ο Στέλιος στο μηχανάκι. Σε λίγο, «Στρίψτε αριστερά…» ακούγεται η γλυκιά γυναικεία φωνή του μηχανήματος. Τα δυο αδέλφια μου πανηγυρίζουν. «Πέφτει η ομίχλη ή είναι ιδέα μου;» λέει ο Καμπανέλας. «Εσύ την έριξες, μάστορα…» του απαντά ο Στέφανος. «Είσαι μεγάλος, Καμπανέλααα!…» υπερθεματίζει ο Στέλιος. «Τελειώνετε, ρε, με τα δουλέματα, να φτάσουμε στο κρησφύγετό τους…» τους κόβει αυτός.

***

Κανείς μας δεν κατάλαβε για πότε βρεθήκαμε στην καρδιά του εινοσίφυλλου βουνού… Τόσο πολύ μας είχε συνεπάρει η δράση, όλοι θέλαμε να πετύχει εξάπαντος η επιχείρηση, «Για την κυρα-Λώρα, εντάξει!…» είχαμε δώσει τα χέρια, η Παρέα των Τεσσάρων, μα κι ο καθένας μας είχε και τον δικό του λόγο: τα δυο μεγαλύτερα μου αδέλφια μου ν’ αποκτήσουν το χειροποίητο GPS, ο Καμπανέλας να δει μιαν ακόμη πατέντα του να υπηρετεί την ανθρωπότητα και να βγάζει τον ίδιο ασπροπρόσωπο, κι εγώ να πάρω τους δυο χιλιάδες πόντους-λέξεις σ’ αυτό το «παιχνίδι της διήγησης» μέσα στον προβλεπόμενο απ’ τον διαγωνισμό χρόνο…

«Προχωρήστε κι έρχομαι…» λέει ο Καμπανέλας. Φτάνουμε με το λυκόφως στο σημείο όπου είχαν αφήσει κι οι άλλοι τ’ αυτοκίνητά τους κι ανηφορίζουμε με τα πόδια ίσαμε του «Βοδιού το Μάτι», τη μεγαλύτερη σπηλιά του Πηλίου που ωστόσο ελάχιστοι τη γνωρίζουν. Οι υπόλοιποι είκοσι επτά έχουν ακροβολιστεί στα πέριξ της σπηλιάς και περιμένουν. Προχωρούν τα δυο αδέλφια μου ενώ ο Καμπανέλας πιάνει κι αυτός ένα δέντρο και περιμένει.

«Αλτ!…» φωνάζει ο σκοπός κι εκείνοι σταματούν. Την ίδια στιγμή, βγαίνουν και άλλοι τρεις μες από τη σπηλιά. Ο Στέλιος φέρνει τη ντουντούκα στο στόμα: «Είστε περικυκλωμένοι, βγείτε όλοι έξω!…» Οι Τεχνοκράτες δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς και βγαίνουν – μαζί και η Λώρα Τριφύλλη. Αυτός που είναι ο αρχηγός τους κάνει τρία βήματα μπρος.

«Εντάξει, νικήσατε…» λέει. «Για την ώρα, φυσικά… Η Λώρα είναι δική σας… Θα σας την παραδώσουμε με έναν όρο…»

«Να τον ακούσουμε…» λέει ο Στέλιος.

«Να μας πείτε πώς μας βρήκατε…»

Τ’ αδέλφια κοιτάζονται μεταξύ τους, «Μικρέ, τι κάνουμε τώρα;» ανοίγει συνθηματικά τα χέρια ο Στέφανος, δεν έχω τίποτα να σκεφτώ, «Ο.Κ.» απαντώ.

Ο Στέλιος υψώνει ξανά τη ντουντούκα, «Σας εντοπίσαμε με το GPS…»

«Κανένα απ’ τα γνωστά GPS δεν μπορεί να εντοπίσει του “Βοδιού το Μάτι”… Ξαναρωτάω, πώς μας εντοπίσατε;…»

Τότε, πριν προλάβει άλλος κανείς από εμάς να κάνει κάτι, πετάγεται απ’ την κρυψώνα του ο Καμπανέλας.

«Έπρεπε να το περιμένω…» κάνει ο αρχηγός τους, «…Τι σκάρωσες αυτή τη φορά, διαβόητε εφευρέτη;…»

«Τίποτα σπουδαίο!…» βγάζει απ’ την τσέπη του το GPS. «Ένα χειροποίητο μηχανάκι, δεν υπάρχει δεύτερο στον κόσμο!…»

Σειρά των άλλων να κοιταχτούν, είναι φανερό πια πως το παιχνίδι έχει ξεφύγει απ’ τα δικά μου χέρια…

«Ωραία! Μας δίνετε το μηχανάκι και παίρνετε τη Λώρα…»

Ο Στέφανος δεν κρατιέται, «Το μηχανάκι είναι δικό μου!…», τρέχει προς τον Καμπανέλα. «Έτσι είν’ η ζωή, δεν μπορείς να τα ’χεις όλα…» τον σταματά αυτός σηκώνοντας την παλάμη του.

«Να το δω τουλάχιστον μια τελευταία φορά;…» παρακαλεί τον μάστορα.

«Ορίστε, δες το!…»

Κι έτσι ο Στέφανος κοίταξε μια τελευταία φορά το GPS και άρχισε να κλαίει… Ο Καμπανέλας προχώρησε και έδωσε με το αριστερό του χέρι το μηχανάκι ενώ με το δεξί τράβηξε τη Λώρα στο μέρος του…

Τώρα ο πολύς Καμπανέλας έπρεπε ν’ ανακαλύψει ένα ισχυρότερο GPS!…

Κι εγώ από ’δω πέρα δεν είχα παρά να μετρήσω τους πόντους-λέξεις και να στείλω το αποτέλεσμα του παιχνιδιού μας στον nikosal@freemail.gr. Αυτό και έκανα: 2.000 λέξεις ακριβώς, έχοντας τελειώσει μόνο σε 24 ώρες!… Και χωρίς να πάρω καμιά απ’ τις βοήθειές μου!…