Όνειρα γλυκά

[Διήγημα του Κώστα Χαρίτου]

Κιόμως ονειρεύονται”.

Ο Νίκος βγήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε από το δωμάτιο της Αννούλας, έχοντας ακόμα αναμμένο τον μικρό φακό. Προχώρησε με αργά βήματα προς την κουζίνα. Στο μυαλό του στριφογύριζαν χιλιάδες σκέψεις. Αλλά όλες κατέληγαν σε αυτήν τη φράση. Η Αναστασία καθόταν στο τραπέζι και κοίταζε προς το παράθυρο. Μάλλον τον είχε ακούσει την ώρα που σηκώθηκε από το κρεβάτι τους για να πάει στην Αννούλα.

Τι έγινε;”, τον ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει.

Είχα αυπνίες”, είπε ο Νίκος.

Δεν κινήθηκαν πάλι, έ”.

Όχι”, είπε ο Νίκος και έβαλε την καφετέρια να ζεστάνει τον γαλλικό.

Πόσο θα κρατήσει αυτό;”, είπε η Αναστασία

Όσο χρειάζεται”.

Κάποια στιγμή πρέπει να το πάρεις απόφαση. Η Αννούλα Δύο δεν πρόκειται να ονειρευτεί”.

Πώς μπορείς να αποκαλείς έτσι την κόρη μας;”

Νίκο, σύνελθε. Η κόρη μας βρίσκεται σε έναν θάλαμο νοσοκομείου. Η Αννούλα Δύο είναι ένας κλώνος

Σταμάτα”, είπε ο Νίκος.

΄Δεν σταματάω. Όσο πιο γρήγορα το πάρεις απόφαση τόσο καλύτερο για όλους μας. Οι κλώνοι είναι μηχανές, όχι άνθρωποι. Εσύ ο ίδιος το έδειξες”.

Πάψε”, είπε ο Νίκος χτυπώντας με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι. Η Αναστασία δεν μίλησε. Σηκώθηκε, τον πλησίασε και τον αγκάλιασε.

Νίκο, είναι δύσκολο και για μένα, αλλά πρέπει να το καταλάβεις. Χάσαμε την κόρη μας μια φορά, αλλά αν συνεχίσεις έτσι θα την χάσουμε και δεύτερη. Δεν πρέπει να δεθείς συναισθηματικά μαζί της”.

Ο Νίκος έμεινε για λίγο μέσα στα χέρια της Αναστασίας. Κοίταξε τα δάχτυλά της που ακουμπούσαν στο στήθος του. Λεπτά, μακριά, απαλά. Έμοιαζαν τόσο πολύ με τα δάχτυλα της Αννούλας. Τα έπιασε, τα άνοιξε και ελευθερώθηκε από το αγκάλιασμα της. Πήγε στην κλειδοθήκη και πήρε το κλειδί του αυτοκινήτου.

Που πας;” τον ρώτησε η Αναστασία.

Χρειάζομαι απαντήσεις”, είπε.

Δεν πρόκειται να τις βρεις εκεί έξω”.

Πρέπει, όμως, να τις ψάξω”, είπε ο Νίκος και βγήκε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω του.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε οδηγώντας αργά. Το είχε σκεφτεί για μέρες. Η ζωή της κόρης του κρεμόταν από ένα και μόνο πράγμα. Τα όνειρα. Έπρεπε, λοιπόν, να κατανοήσει πώς ονειρεύονται οι κλώνοι. Αν δεν το κατόρθωνε, σίγουρα θα την έχανε. Μόνο ένας άνθρωπος μπορούσε να τον βοηθήσει. Ο Βασίλης. Κάποτε στο γραφείο του είχε μια φωτογραφία που είχαν βγάλει μαζί μέσα στο εργαστήριο. Ο Νίκος και ο Βασίλης. Ο φυσικός και ο νευροβιολόγος. Τα μεγάλα αστέρια της φυσιολογίας των κλώνων. Οι άνθρωποι που ανακάλυψαν ότι οι κλώνοι δεν ονειρεύονται. Έτσι απλά, έγιναν διάσημοι από την μια μέρα στην άλλη. Έτσι απλά, το νομικό σύστημα μελέτησε την περίπτωση της κλωνοποίησης υπό το φως των νέων στοιχείων. Έτσι απλά, μέσα σε λίγους μήνες, οι κλώνοι έχασαν την ανθρώπινη υπόσταση και ονομάστηκαν μηχανές. Και τα χρόνια πέρασαν. Η φωτογραφία δεν άλλαξε, άλλαξαν όμως οι άνθρωποι. Ο Νίκος και ο Βασίλης. Ο παλαβός και ο εθισμένος.

Έφτασε στη μονοκατοικία του Βασίλη λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξε ο Βασίλης Έξι. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις ποιος κλώνος ήταν, γιατί όλοι φορούσαν κόκκινες μπλούζες που έγραφαν το νούμερό τους, δηλαδή τη σειρά κλωνοποίησης. Ο Έξι ήταν ο πιο καινούριος.

Που είναι ο Βασίλης”, ρώτησε ο Νίκος.

Πάνω”, είπε ο Έξι. Πίσω του, στον καναπέ, κάθονταν άλλοι τέσσερις Βασίληδες με αριθμητική σειρά. Μάλλον αυτές τις οδηγίες είχαν πάρει από το αφεντικό τους.

Καλώς τον μεγάλο φυσικό”, ακούστηκε μια δυνατή φωνή και ο Βασίλης εμφανίστηκε στο πατάρι του σαλονιού του. Φορούσε κι αυτός μια κόκκινη μπλούζα με το νούμερο Ένα μπροστά. Δεν χρειαζόταν να είσαι ειδικός για να καταλάβεις ότι ήταν υπό την επήρεια ουσιών, όπως σχεδόν πάντα τον τελευταίο καιρό.

Βασίλη, σε χρειάζομαι”, είπε ο Νίκος.

Μισό λεπτό να πάρω κάτι κι έρχομαι”, απάντησε αυτός και χάθηκε σε μια πόρτα που βρισκόταν πίσω του.

Ο Έξι είχε επιστρέψει στον καναπέ και είχε πάρει τη θέση του δίπλα στον Πέντε. Πίσω τους, βρισκόταν ένας τεράστιος γαλάζιος τοίχος με μια εγκατάσταση βίντεο, που μάλλον είχε χρυσοπληρώσει ο φίλος του. Η οθόνη ήταν κομμένη στα τρία και έδειχνε το πασίγνωστο βίντεο που γέμισε τους λογαριασμούς τους με λεφτά και τις συνειδήσεις τους με τύψεις. Το κοιμισμένο γατάκι και τον κοιμισμένο άνθρωπο με τα μάτια τους να κινούνται ασταμάτητα, και δίπλα τους ένας κοιμισμένος κλώνος εντελώς ακίνητος ,και αυτός και τα μάτια του.

Rapid Eye Movement. REM. Η φάση του ύπνου, όταν ονειρευόμαστε και τα μάτια μας κινούνται. Υπήρχε κάποτε ένα συγκρότημα με αυτόν τον τίτλο”, είπε ο Βασίλης που είχε κατέβει τη σκάλα και στεκόταν δίπλα το Νίκο, παρακολουθώντας το βίντεο. Μάλλον είχε καταπιεί μερικές αμφεταμίνες, γιατί έδειχνε να ελέγχει καλύτερα τις κινήσεις του.

Δεν ήρθα να μιλήσω για συγκροτήματα”, είπε ο Νίκος

Αλλά γιατί ήρθες;”, ρώτησε ο Βασίλης

Για την Αννούλα”.

Την Ένα ή τη Δύο;”

Μπορείς να σοβαρευτείς για λίγη ώρα”.

Θα βάλω τα δυνατά μου”, είπε ο Βασίλης γελώντας.

Πρέπει να μάθω πώς ονειρεύονται”, είπε ο Νίκος.

Έλα τώρα, Νίκο,. αφού το ξέρεις. Οι κλώνοι δεν ονειρεύονται. Δεν χρειάζεται να ονειρευτούν”.

Ναι, αλλά γιατί; Είναι εντελώς ίδιοι με μας. Τι φταίει; Αν το βρω, ίσως σώσω την κόρη μου”.

Ο Νίκος έδειξε του πέντε κλώνους που κάθονταν στον καναπέ.

Κοίταξέ τους. Μοιάζουν με ανθρώπους αλλά είναι μηχανές που δεν μπορούν να μάθουν τίποτα καινούριο. Αν τους πω να πέσουν στην πισίνα θα το κάνουν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Είναι άβουλα πλάσματα”.

Κι όμως. Είμαι σίγουρος ότι παραβλέπουμε κάτι. Εσύ ζεις μαζί τους για τόσο καιρό, κάτι θα έχεις παρατηρήσει”.

Άδικα προσπαθείς Νίκο. Οι κλώνοι δεν είναι άνθρωποι, όπως θα σε βεβαιώσει οποιοσδήποτε δικηγόρος στον κόσμο. Αν πεθάνω, όλοι αυτοί θα μείνουν εδώ ακίνητοι μέχρι να έρθει η αστυνομία και να τους κάνει την ένεση. Είναι δεμένοι μαζί μου και στη ζωή και στο θάνατο”.

Ο Νίκος κοίταξε του πέντε Βασίληδες που κάθονταν στον καναπέ ανέκφραστοι, λες και προσπαθούσαν να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα του φίλου του.

Δεν έχει ακούσει ποτέ για κλώνο που να ονειρεύτηκε;”

Νίκο το ξέρεις, Τα όνειρα χρειάζονται για να αφομοιώνεις τις εμπειρίες που πήρες όταν ήσουν ξύπνιος. Οι κλώνοι, μόλις βγουν από την μήτρα, δεν μαθαίνουν ξανά τίποτα και γιαυτό δεν ονειρεύονται Ο μόνος που ονειρεύεται είμαι εγώ, το πρωτότυπο. Εμείς το ανακαλύψαμε, το ξέχασες κιόλας;”

Ο Νίκος τα γνώριζε όλα αυτά. Ο κλώνος κατείχε μόνο τη γνώση του ανθρώπου από τον οποίο προήλθε. Του ήταν αδύνατο να μάθει κάτι παραπάνω. Σε αυτό πάτησαν οι νομικοί, με τη συμβολή των εταιριών κλωνοποίησης, και τους ονόμασαν μηχανήματα. Από τότε αποτελούσαν εμπορεύσιμο είδος και θανατώνονταν μόλις πέθαινε ο πρωτότυπος άνθρωπος για να μην υπάρχουν εμπλοκές στα κληρονομικά.

Πέστε όλοι στην πισίνα”, άκουσε τη φωνή του Βασίλη.

Οι πέντε κλώνοι σηκώθηκαν και προχώρησαν προς τον κήπο του σπιτιού. Ο Βασίλης γελούσε νευρικά.

Τι κάνεις, τρελάθηκες”, είπε ο Νίκος

Θα τους πω να σταματήσουν λίγο πριν βουτήξουν”, είπε ο Βασίλης και συνέχισε να γελά. Μάλλον η επίδραση της αμφεταμίνης είχε περάσει. Ο Βασίλης τώρα μονολογούσε, λες και ο Νίκος δεν βρισκόταν εκεί.

Μόλις μου ήρθε μια τρελή ιδέα. Μόνο εγώ ονειρεύομαι, αλλά αν δεν υπήρχα εγώ; Λες; Μπα, καλύτερα να κάνω ένα μπανάκι πριν μου λερώσουν το νερό αυτοί οι άχρηστοι”, είπε ο Βασίλης και ακολούθησε τους κλώνους; του που προχωρούσαν παραταγμένοι ,ο ένας πίσω από τον άλλο.

Ο Νίκος κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να μείνει άλλο εκεί. Βγήκε από τη μεζονέτα και επέστρεψε σπίτι του, οδηγώντας αφηρημένος. Η Αναστασία ήταν ακόμα στην κουζίνα και σκάλιζε το ψωμί με ένα μαχαίρι. Ο Νίκος την προσπέρασε Πήρε το φακό του, μπήκε προσεκτικά στο δωμάτιο της Αννούλας και φώτισε το πρόσωπό της. Τα μάτια της παρέμεναν εντελώς ακίνητα.

Κιόμως ονειρεύονται”, είπε ο Νίκος.

Την επόμενη μέρα η Αναστασία γύρισε αργά το απόγευμα. Ο Νίκος ήταν στο δωμάτιο της Αννούλας και έδειχνε στην κόρη του πώς κόβουν ένα χαρτί, κρατώντας με το ένα χέρι το ψαλίδι και με το άλλο τη γωνία του.

Γεια σου Αννούλα Δύο”, είπε η Αναστασία καθώς πέρασε έξω από το δωμάτιό.

Γεια σου μαμά”, είπε η Αννούλα

Ο Νίκος της άφησε το ψαλίδι και το χαρτί, της είπε ότι θα γυρίσει σε λίγο και βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Η Αναστασία είχε πάει στην κρεβατοκάμαρά τους και χάζευε στην τηλεόραση.

Τι ήταν αυτό το Αννούλα Δύο;”

Σου είπα, δεν πρέπει να δεθείς μαζί της

Σε παρακαλώ, μην ξαναγίνει”.

Τι να μην ξαναγίνει Νίκο; Έχεις τρελαθεί; Σήμερα ήμουν στο νοσοκομείο. Η κόρη μας είναι κλινικά νεκρή εδώ και ένα μήνα και εσύ την κρατάς εκεί περιμένοντας να ονειρευτεί ένας κλώνος”.

Ο Νίκος δεν μίλησε. Τι θα μπορούσε να πει, άλλωστε; Όταν έγινε το ατύχημα και είδε την κόρη του μέσα στο θάλαμο εντατικής χωρίς ελπίδες, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να παραγγείλει έναν κλώνο της, χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Η εταιρία κλωνισμού θα του έκανε και εκατό, αν ήθελε, χωρίς πρόβλημα. Σε αυτόν άλλωστε χρωστούσαν όλα τους τα κέρδη. Όταν το έμαθε η Αναστασία, έγινε έξαλλη. Όλοι ήξεραν ότι ο κλώνος θα θανατωνόταν μόλις έβγαζαν την Αννούλα από το μηχάνημα υποστήριξης. Το ήξερε και ο Νίκος, αλλά, όσο δεν υπέγραφε, κανείς δεν μπορούσε να το κάνει.

Τι ήταν πάλι αυτό με το ψαλίδι σήμερα;”, ρώτησε η Αναστασία, φανερά εκνευρισμένη.

Τι εννοείς; Προσπαθώ να τη μάθω να κόβει μόνη της”.

Αυτό ακριβώς, εννοώ. Η κόρη μας δεν ήξερε να το κάνει αυτό πριν το ατύχημα. Δεν πρόκειται ποτέ να το μάθει η Αννούλα Δύο

Δεν χάνουμε τίποτε να προσπαθήσουμε”, είπε ο Νίκος

Η Αναστασία άλλαξε το κανάλι και έβαλε τις ειδήσεις

Πότε θα σταματήσει αυτό;”, τον ρώτησε

Μόλις την δω να ονειρεύεται”, είπε ο Νίκος

Ελπίζω να τη δεις σύντομα. Σήμερα, στο νοσοκομείο, μου είπαν ότι έχουν προβλήματα με τους θαλάμους της εντατικής, Είναι κρίμα, λένε, για ένα καπρίτσιο να χάνονται ανθρώπινες ζωές, που μπορεί να σωθούν ”.

Ποιος μαλάκας το είπε αυτό;”

Ο διευθυντής”.

Καλά, ας ήταν η δική του κόρη και θα τα λέγαμε”, είπε ο Νίκος και έστρεψε το βλέμμα του στην τηλεόραση.

Η οθόνη έδειχνε ένα σπίτι που του φάνηκε γνωστό. Καθώς η κάμερα ζούμαρε, αναγνώρισε τη μονοκατοικία του Βασίλη. Άρπαξε το τηλεκοντρόλ από τα χέρια της Αναστασίας και δυνάμωσε την ένταση. Ο Βασίλης ήταν νεκρός. Τον είχαν βρει πνιγμένο στην πισίνα του σπιτιού του. Μάλλον είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, μπήκε να κάνει μπάνιο αλλά λόγω της μέθης του δεν κατάφερε ποτέ να βγει. Στην επόμενη σκηνή έδειχνε τέσσερις κλώνους του Βασίλη στον καναπέ του σπιτιού. Η αστυνομία είχε αργήσει να πάει, γιατί τους ενημέρωσε ο σοφέρ το πρωί που είχε πάει να παραλάβει τον Βασίλη αλλά δεν του άνοιγε κανείς. Ο πέμπτος κλώνος ήταν στην ντουλάπα του υπνοδωματίου. Οι δημοσιογράφοι είχαν φτάσει μαζί με τους αστυνομικούς και είχαν προλάβει να τραβήξουν μερικά πλάνα την ώρα που τον έβγαζαν από την ντουλάπα και τον οδηγούσαν στην κλούβα για την ένεση. Ο Νίκος συνέχισε να κοιτάζει την οθόνη, μαγνητισμένος. Τόσα χρόνια ερευνητικής δουλειάς στη Φυσική, είχαν οξύνει τη διαίσθησή του. Ήξερε ότι υπήρχε κάτι σημαντικό που δεν έπρεπε να του διαφύγει, ένα μοτίβο που ήταν κρυμμένο στις εικόνες που έβλεπε μπροστά του και περίμενε απαυτόν να το ανακαλύψει. Τέσσερις κλώνοι και ένα πέμπτος. Ο καναπές του σπιτιού και η ντουλάπα του υπνοδωματίου. Θυμήθηκε τα λόγια του Βασίλη. Μια τρελή ιδέα. Αν δεν υπήρχα εγώ; Ο πέμπτος κλώνος. Η ντουλάπα του υπνοδωματίου. Το νούμερο στην μπλούζα του. Αυτό ήταν. Το νούμερο στην μπλούζα του.

Ο Νίκος πετάχτηκε λες και τον είχε τσιμπήσει φίδι. Η Αναστασία τρόμαξε.

¨Τι έγινε”, τον ρώτησε.

¨Κάτσε με την Αννούλα. Θα λείψω για μερικές ώρες, δεν ξέρω πόσο”.

Είσαι καλά;”

Θα λείψω. Να προσέχεις την Αννούλα”, είπε ο Νίκος και έτρεξε γρήγορα για το αυτοκίνητο.

Μπήκε με φόρα στο αμάξι, ενεργοποίησε τη μηχανή και πάτησε το γκάζι με όση δύναμη μπορούσε. Ο κλώνος που βρέθηκε στην ντουλάπα. Η μπλούζα του είχε τον αριθμό δύο, ήταν ο πρώτος στη σειρά. Ο Νίκος ήξερε ότι είχε κάνει την μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία της νευροβιολογίας, αλλά δεν έδινε δεκάρα γιαυτό. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτάσει γρήγορα στο νοσοκομείο. Τελικά ο Βασίλης είχε δίκιο, η τρελή του ιδέα ήταν σωστή. Μόλις πέθανε ο Βασίλης και ο εγκέφαλός του νεκρώθηκε, ο πρώτος του κλώνος άρχισε να μαθαίνει. Ο εγκέφαλός του ξεκίνησε να εγγράφει εμπειρίες. Ανακάλυπτε ξανά τον κόσμο σαν μικρό παιδί. Μάλλον κάποια στιγμή άκουσε την αστυνομία να έρχεται και το μικρό παιδί , σηκώθηκε από τον καναπέ και έτρεξε να κρυφτεί στην ντουλάπα. Όλοι οι άλλοι έμειναν στη θέση τους. Ήταν ένας καινούριος νόμος της φύσης. Μόνο ο ένας εγκέφαλος, από τους κλωνοποιημένους, μπορούσε να μαθαίνει. Μόνο αυτός μπορούσε να ονειρευτεί. Όλοι, οι άλλοι ήταν σε αναμονή. Σε κάποια άλλη περίπτωση ο Νίκος θα ήταν ήδη στο εργαστήριο κάνοντας πειράματα σε συναισθητικούς διδύμους, μελετώντας εγκεφαλικά κύματα και αναζητώντας συσχετισμένα σωματίδια. Όμως, εκείνη τη μέρα, έπρεπε να κερδίσει τη ζωή της κόρης του.

Έφτασε στο νοσοκομείο μέσα σε μισή ώρα. Ζήτησε να δει αμέσως τον διευθυντή της εντατικής. Αυτό τον υποδέχτηκε επιφυλακτικά, αλλά ο Νίκος δεν του άφησε πολλά περιθώρια. Θα υπέγραφε τα χαρτιά, αλλά με μια συμφωνία. Σε μισή ώρα έμπαινε στο θάλαμο εντατικής, μαζί με τη νοσοκόμα υπηρεσίας. Όταν βγήκε με κόκκινα μάτια, με το ζόρι μπόρεσε να περπατήσει μέχρι το γκαράζ του νοσοκομείου. Του πήρε διπλάσιο χρόνο να φτάσει σπίτι του, θα καταλάβαινε άραγε η Αναστασία τι είχε κάνει; Μήπως δεν είχε πάρει τη σωστή απόφαση, και μέσα στην έξαψη της ανακάλυψης έκανε κάποιο μοιραίο λάθος; Άνοιξε την πόρτα και είδε την Αναστασία να τρέχει προς το μέρος του αναστατωμένη.

  1. Η Αννούλα”, του είπε , δείχνοντάς του ένα μάτσο κομμένα χαρτιά

  2. “Τι έγινε”, ρώτησε ο Νίκος.

  3. “Τα έκοψε μόνη της”.

Ωραία”, είπε ο Νίκος ανακουφισμένος

Τι συνέβη;”

Θα σου πω. Που είναι τώρα;”

Κοιμάται”.

Πολύ καλά. Δεν θα ανοίξεις την πόρτα, ούτε θα απαντήσεις στο τηλέφωνο μέχρι αύριο το πρωί

Γιατί, τι συμβαίνει;”.

Θα σου πω αργότερα. Πρέπει να κάνω μια δουλειά πρώτα”.

Ο Νίκος πήγε στην βιβλιοθήκη, πήρε την μικρή ψηφιακή κάμερα, τη ρύθμισε σε νυχτερινή λήψη και μπήκε προσεκτικά στο δωμάτιο της Αννούλας. Χαμήλωσε λίγο την κουβέρτα που την σκέπαζε, άναψε το λαμπάκι του δωματίου και στερέωσε την κάμερα στην ειδική θέση που κατέγραφε το πρόσωπό της από τότε που είχε έρθει σπίτι τους. Ο διευθυντής του είχε δώσει εικοσιτέσσερις ώρες προθεσμία. Μετά θα ειδοποιούσε την αστυνομία, για το θάνατο της κόρης του. Ο Νίκος κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Η κάμερα είχε χώρο στο σκληρό για δώδεκα ώρες, αλλά ο Νίκος σκόπευε να μείνει όλη τη νύχτα εκεί. Πίεσε το κουμπί εγγραφής, έσκυψε προς το μέρος της Αννούλας και έκανε ακριβώς ότι είχε κάνει και πριν μια ώρα στο θάλαμο της εντατικής.

Όνειρα γλυκά”, της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο.

ΤΕΛΟΣ

Advertisements